Η έκθεση της Eurostat για την υγεία (2025) δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας. Η κατάσταση της δημόσιας υγείας στην Ελλάδα δεν είναι αποτέλεσμα συγκυρίας, αλλά μια επικίνδυνης κι αντικοινωνικής πολιτικής.
Η έκθεση της Eurostat για την υγεία (Country Health
Profile 2025) δεν μπορεί και δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μια ακόμα
έρευνα που αποτυπώνει απλώς αριθμούς. Η έκθεση αυτή αποτυπώνει πολιτική. Και
μάλιστα μια πολιτική που εφαρμόζεται πιστά από την κυβέρνηση της Νέας
Δημοκρατίας, με μεγάλη συνέπεια κι οποία επιφέρει τεράστιες κοινωνικές
συνέπειες. Η εικόνα που αποτυπώνεται στην έρευνα δείχνει πώς η Ελλάδα παραμένει
ουραγός στην Ευρωπαϊκή Ένωση στη δημόσια χρηματοδότηση της υγείας και
πρωταθλήτρια στη μετακύλιση του κόστους στους πολίτες.
Δεν πρόκειται για μια στιγμιαία αποτυχία ούτε για ένα «κακό
έτος». Η έκδοση του 2025 καταγράφει μια παγιωμένη κατάσταση. Τα στοιχεία
δείχνουν ότι η Ελλάδα εφαρμόζει ένα μοντέλο στην υγεία όπου το κράτος υποχωρεί
και τα νοικοκυριά καλούνται να καλύψουν το κενό.
Το δημόσιο μερίδιο στη χρηματοδότηση της υγείας παραμένει
στο 61%, το δεύτερο χαμηλότερο στην ΕΕ, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος
βρίσκεται στο 80%. Αντίστοιχα, οι πληρωμές από την τσέπη των πολιτών
φτάνουν το 34% των συνολικών δαπανών υγείας, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο
από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αυτά τα νούμερα δεν περιγράφουν απλώς μια
(ανησυχητική) κατάσταση. Περιγράφουν μια συνειδητή πολιτική επιλογή.
Όταν η δημόσια χρηματοδότηση ειναι χαμηλή, το αποτέλεσμα
είναι αναπόφευκτο. Η πρόσβαση στην υγεία μετατρέπεται σε «είδος Πολυτελείας».
Αυτό ακριβώς αποτυπώνει η έρευνα της Eurostat.
Χωρίς περίθαλψη 3 στους 10
Στην Ελλάδα, περισσότεροι άνθρωποι από κάθε άλλη χώρα της ΕΕ
μένουν χωρίς την υγειονομική φροντίδα που χρειάζονται. Το 21,9% των πολιτών που
χρειάζονταν ιατρική φροντίδα δεν την έλαβαν λόγω κόστους, αναμονής ή απόστασης.
Δεν μιλάμε για οριακή διαφορά, αλλά για εξαπλάσιο ποσοστό σε σχέση με τον μέσο
όρο της ΕΕ.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα για όσους βρίσκονται
στο όριο της φτώχειας. Σε αυτή την κατηγορία, το 32,3% στερείται
βασικής ιατρικής φροντίδας. Δηλαδή σχεδόν ένας στους τρεις. Αυτό δεν αποτελεί
απλώς κοινωνική ανισότητα είναι συνειδητός αποκλεισμός των οικονομικά
αδύναμων πολιτών.
Η ίδια λογική αποτυπώνεται και στην οδοντιατρική φροντίδα. Η
Ελλάδα εμφανίζει μαζική αποχή από τον οδοντίατρο, όχι λόγω αμέλειας, αλλά λόγω
κόστους, αποτέλεσμα της σχεδόν ανύπαρκτης δημόσιας κάλυψης. Η πρόληψη, στην
πράξη, έχει ιδιωτικοποιηθεί.
Φάρμακα ή φαγητό;
Η έκθεση φωτίζει και μια ακόμη κρίσιμη πτυχή που αφορά τη
φαρμακευτική δαπάνη. Η Ελλάδα δαπανά περίπου το 27%–29% των συνολικών
εξόδων υγείας σε φάρμακα και ιατροτεχνολογικά προϊόντα, σχεδόν διπλάσιο ποσοστό
από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Από αυτή τη δαπάνη, μόλις
το 52% καλύπτεται από το δημόσιο.
Το αποτέλεσμα είναι αυτό που η Eurostat περιγράφει ως
«καταστροφικές» δαπάνες υγείας. Σχεδόν ένα στα δέκα νοικοκυριά
(9,5%) ξοδεύει πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του στην υγεία.
Και κυρίως στα φάρμακα.
Σε μια τέτοια πραγματικότητα, η συζήτηση για «εξορθολογισμό»
ή «μεταρρυθμίσεις» χάνει κάθε επαφή με την καθημερινότητα των πολιτών. Για
χιλιάδες οικογένειες υπάρχει το αδιανόητο δίλημμα: «φάρμακα ή άλλες
βασικές ανάγκες»;
Η εικόνα που καταγράφει η έκθεση της Eurostat για την
υγεία (2025) δεν είναι τυχαία ούτε φυσικά αφορά κάποιο πρόβλημα που μας
έρχεται «από έξω», όπου συνήθως η κυβέρνηση φορτώνει τις αποτυχίες της. Είναι
το αποτέλεσμα πολιτικών αποφάσεων. Η κυβέρνηση έχει επιλέξει να διατηρεί χαμηλά
τη δημόσια συμμετοχή στην υγεία, να αναγκάζει τους ασθενείς να αναλαμβάνουν το
κόστος και να παρουσιάζει αυτή τη μετακύλιση ως «αναγκαία προσαρμογή».
Από το 2023 δεν έχουν αλλάξει τα πράγματα. Ο εκτελεστής
αυτής της στρατηγικής είναι πλέον ο Άδωνις Γεωργιάδης. Και η έκθεση καταγράφει
με σαφήνεια ότι αυτή η πολιτική είναι απόλυτα συνειδητή.
Η δημόσια υγεία καταρρέει. Αυτό πλέον δεν αποτελεί θεωρία
ούτε ένα αντιπολιτευτικό αφήγημα. Αποτυπώνεται και στα επίσημα ευρωπαϊκά
στοιχεία.
Οι αριθμοί δεν αφηγούνται από μόνοι τους ιστορίες. Όταν όμως
επαναλαμβάνονται, συγκλίνουν και καταγράφουν την ίδια πραγματικότητα σε κάθε
έκδοση, παύουν να είναι απλώς στατιστικά δεδομένα. Γίνονται πολιτικό
συμπέρασμα. Και αυτό το συμπέρασμα, όπως καταγράφεται στην έκθεση της Eurostat,
είναι ότι η Ελλάδα, με την υπογραφή της Νέας Δημοκρατίας, συνεχίζει να
απομακρύνεται από την ευρωπαϊκή έννοια της καθολικής και ισότιμης πρόσβασης
στην υγεία.
Αναδημοσίευση: instanews.gr







