Οι συγκεκριμένες εκτιμήσεις
περιλαμβάνονται σε πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την
εξέλιξη του δημόσιου χρέους των κρατών-μελών της ΕΕ σε κοντινό, μεσοπρόθεσμο
και μακροπρόθεσμο ορίζοντα (Debt Sustainability Monitor 2025).
Η Κομισιόν σημειώνει
ότι για την τρέχουσα χρονιά, δηλαδή ως τα τέλη του 2026, δεν υπάρχουν
προβλήματα ή κίνδυνοι που να συνδέονται με το υψηλό ελληνικό χρέος. Χάρη στη
θετική συνδρομή τεσσάρων συντελεστών, δηλαδή της αναβάθμισης της Ελλάδας στην
επενδυτική βαθμίδα από τρεις εκ των τεσσάρων αναγνωρισμένων οίκων πιστοληπτικής
αξιολόγησης, των χαμηλών ακόμη χρηματοδοτικών αναγκών του ελληνικού κράτους,
της τάξης του 9% του ΑΕΠ, των υψηλών ρυθμών, άνω του 2%, ανάπτυξης της
ελληνικής οικονομίας χάρη στα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης καθώς και των
υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, τονίζει, αναμένεται η σταδιακή αποκλιμάκωση του
δημόσιου χρέος από το 154,2% του ΑΕΠ που έκλεισε το 2024 στο 147,6% το 2025 και
το 141,2% του ΑΕΠ το 2026.
Αλλάζουν όλα το 2027
Η θετική αυτή
συνθήκη όμως αλλάζει δραματικά από το 2027, έτος κατά το οποίο ολοκληρώνονται
και οι τελευταίες εκταμιεύσεις κονδυλίων το Ταμείου Ανάκαμψης, οπότε σύμφωνα με
τις προβλέψεις της Κομισιόν η ελληνική οικονομία θα εισέλθει σταδιακά σε
στασιμότητα, καθώς η ανάπτυξη θα υποχωρήσει στο 1,7% το 2027 και στο 0,7% κατά
μέσο όρο από το 2028 και τα επόμενα χρόνια.
Η χώρα θα μπει σε
μια δύσκολη για την οικονομία της περίοδο με το δημόσιο χρέος στο 141,2% του
ΑΕΠ –στην καλύτερη περίπτωση– δηλαδή όχι απλώς πάνω από την κόκκινη γραμμή του
90% του ΑΕΠ αλλά σε υψηλότερα επίπεδα από κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Η επιδίωξη
μιας περαιτέρω αποκλιμάκωσής του στο εξής θα αποβεί ένα εξαιρετικά δύσκολο
–ενδεχομένως και οριακά αδύνατο να κερδηθεί- στοίχημα. Για τον λόγο αυτό η
Κομισιόν κατατάσσει το ελληνικό δημόσιο χρέος μεσοπρόθεσμα –δηλαδή για το
διάστημα 2027-2036– στην κατηγορία «Υψηλού Κινδύνου».
Tην περίοδο 2027-2036, κατά την οποία η ελληνική οικονομία θα εμφανίζει στασιμότητα, αναφέρει η ανάλυση της Κομισιόν, οι χρηματοδοτικές ανάγκες του ελληνικού κράτους θα αρχίσουν να αυξάνονται, περνώντας σταδιακά από το 9% το 2027 στο 17% του ΑΕΠ το 2036. Αν και δεν αποκλείεται η Ελλάδα να καταφέρει να συνεχίσει να μειώνει το δημόσιο χρέος της, αυτό θα είναι εφικτό πλέον μόνο με πολύ χαμηλές ταχύτητες. Η Κομισιόν συγκεκριμένα προβλέπει ότι στην καλύτερη των περιπτώσεων το ελληνικό δημόσιο χρέος μπορεί να συνεχίσει να μειώνεται από το 141,2% του ΑΕΠ το 2026 στο 123,5% του ΑΕΠ το 2036, αλλά μόνο υπό τον όρο ότι η Ελλάδα θα παράγει κάθε χρόνο και για μια ολόκληρη δεκαετία υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα τουλάχιστον 1,8% του ΑΕΠ.
Δύσκολος στόχος
Η παραγωγή
πρωτογενών πλεονασμάτων της τάξης του 1,8% επί σειρά ετών σε συνθήκες
οικονομικής στασιμότητας είναι ωστόσο ένας εξαιρετικά δύσκολος στόχος, καθώς
σημαίνει επί της ουσίας αφαίρεση χρήματος από την οικονομία και δημιουργία
υφεσιακών τάσεων. Για τον λόγο αυτό άλλωστε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αμφιβάλλει αν
είναι εφικτός, τονίζοντας ότι «είναι πολύ φιλόδοξος αν συγκριθεί με τις
προηγούμενες δημοσιονομικές επιδόσεις της Ελλάδας».
Αυτά αν όλα πάνε
καλά. Αν όμως ένα ή περισσότερα πράγματα πάνε στραβά –δηλαδή αν τα πλεονάσματα
που θα καταφέρει να βγάλει η ελληνική κυβέρνηση σε συνθήκες στασιμότητας είναι
χαμηλότερα, κοντά στο 1,3% του ΑΕΠ, ή αν αυξηθεί η διαφορά μεταξύ των επιτοκίων
και του ρυθμού ανάπτυξης κατά μία ποσοστιαία μονάδα ή αν μεσολαβήσει μια ευρωπαϊκή
χρηματοπιστωτική κρίση κι αυξηθούν σημαντικά τα επιτόκια με τα οποία δανείζεται
το ελληνικό δημόσιο για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα– το ελληνικό δημόσιο θα
παραμείνει καθηλωμένο σχετικά ψηλά, κλείνοντας στο 133,3% του ΑΕΠ το 2036.
Σε κάθε περίπτωση, η
Κομισιόν φαίνεται να πιστεύει ότι παρά το μεγάλο μέγεθος του χρέους της η
Ελλάδα δεν κινδυνεύει από νέα κρίση και αναφέρει ανάμεσα στους παράγοντες που
λειτουργούν προστατευτικά υπέρ της χώρας: τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα, τη
μεγάλης διάρκειας λήξη του ελληνικού χρέους σε σχέση με άλλων κρατών-μελών, το
ότι μεγαλύτερο μέρος του χρέους κατέχεται από επίσημους δανειστές με χαμηλά
επιτόκια και το ότι είναι πλήρως εκφρασμένο σε ευρώ, άρα δεν έχει κανένα
συναλλαγματικό κίνδυνο.
Τρεις παράγοντες κινδύνου
- Τα «κόκκινα» δάνεια που παραμένουν πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο –παρά τον μεγάλο τους όγκο δεν επιβαρύνουν πλέον τις τράπεζες– μπορούν να επιβαρύνουν το δημόσιο χρέος αν καταπέσουν οι κρατικές εγγυήσεις που συνόδευσαν τις τιτλοποιήσεις τους.
- Οι ενδεχόμενες υποχρεώσεις του δημοσίου που συνδέονται με εκκρεμείς δικαστικές υποθέσεις.
- Οι ευρωπαϊκές έρευνες για σκάνδαλα, ειδικότερα το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, που μπορεί να υποχρεώσουν το ελληνικό δημόσιο να επιστρέψει κονδύλια στην Ευρώπη.
Αναδημοσίευση: documentonews.gr










