Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη 27 Μαΐου 2020

Για ποιο λόγο ζαλιζόμαστε μέσα στο αυτοκίνητο - Τί συμβαίνει όταν διαβάζουμε ενώ ταξιδεύουμε


Πολλοί από εμάς υποφέρουμε από ναυτία όταν ταξιδεύουμε με αυτοκίνητο, κάποιοι ακόμη και σε πολύ σύντομες διαδρομές.
Υπάρχουν πολλές θεωρίες που προσπαθούν να εξηγήσουν την αιτία της ναυτίας ταξιδιωτών, όμως η πιο αποδεκτή προς το παρών είναι η θεωρία των συγκρούσεων.
Αυτή η θεωρία εξηγεί τη ναυτία ως ασυμφωνία μεταξύ των σημάτων που φθάνουν στον εγκέφαλο από διαφορετικούς αισθητήρες του σώματος.
Δείτε αναλυτικά γιατί ζαλίζεστε στο αυτοκίνητο:
* * *
Ένας άνθρωπος που βρίσκεται σε ένα αυτοκίνητο που τρέχει, για παράδειγμα, αντιλαμβάνεται την κίνηση με τα μάτια του, καθώς το τοπίο αλλάζει γύρω του. Ωστόσο, οι αισθητήρες που βρίσκονται στις αρθρώσεις και στο εσωτερικό αυτί και οι οποίοι βοηθούν στη διατήρηση της ισορροπίας, θα μπορούσαν να αντιλαμβάνονται την κατάσταση με διαφορετικό τρόπο, ότι δηλαδή το άτομο κάθεται και είναι ακίνητο – και ως εκ τούτου να στέλνουν ένα εντελώς αντίθετο σήμα στον εγκέφαλο.

Εναλλακτικά, θα μπορούσατε να διαβάζετε ένα βιβλίο ή να κοιτάζετε στο εσωτερικό του αυτοκινήτου, το οποίο είναι ακίνητο για τα μάτια, ενώ οι αισθητήρες στο εσωτερικό αυτί αντιλαμβάνονται την κίνηση καθώς το αυτοκίνητο κινείται πάνω-κάτω στους στις ανηφόρες/κατηφόρες ή στρίβει στις στροφές. Και πάλι, ο εγκέφαλος θα πάρει αντικρουόμενα μηνύματα από τους αισθητήρες του σώματος.

Σε κάθε περίπτωση, αυτά τα αντικρουόμενα σήματα πηγαίνουν σε μια περιοχή του εγκεφάλου η οποία είναι υπεύθυνη για την πρόκληση εμετού όταν εντοπιστεί κατάποση τοξινών ή όταν υπάρχουν «διαφορές» μεταξύ των αισθητήρων του εσωτερικού αυτιού και του οπτικό νεύρου. Ως αποτέλεσμα, τα πιο κοινά συμπτώματα της ναυτίας ταξιδιωτών είναι η ζάλη, η κόπωση και η ναυτία, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσει σε εμετό.

Πώς να την αντιμετωπίσετε
Είναι ασαφές ακόμη γιατί ορισμένα άτομα υποφέρουν από ναυτία ταξιδιωτών και κάποια άλλα όχι, αλλά η κατάσταση του εσωτερικού αυτιού παίζει σίγουρα καθοριστικό ρόλο, καθώς έχει παρατηρηθεί ότι οι κωφάλαλοι δεν υποφέρουν ποτέ από αυτή. Η ναυτία παρατηρείται συνήθως σε παιδιά, σε εγκύους και σε άτομα που πάσχουν από ημικρανίες. Τα περισσότερα παιδιά την ξεπερνούν μεγαλώνοντας.

Εάν υποφέρετε από ναυτία ταξιδιωτών, υπάρχουν λύσεις. Κρατήστε το σώμα σας και, ιδίως, το κεφάλι σας όσο το δυνατόν ακίνητο. Είναι καλύτερα να καθίσετε στη θέση του συνοδηγού – ή στις μπροστινές θέσεις αν είστε σε λεωφορείο, κρατήστε το παράθυρο ανοιχτό και ακουμπήστε το κεφάλι σας σε ένα μαξιλάρι ώστε να ελαχιστοποιήσετε την κίνησή του. Χαμηλώστε τη θερμοκρασία του κλιματισμού, καθώς η θερμότητα μπορεί να επιδεινώσει τα συμπτώματα και φυσικά αποφύγετε την ανάγνωση, τα παιχνίδια στο κινητό ή την παρακολούθηση βίντεο στο laptop, δραστηριότητες που μπορεί να τα επιδεινώνουν.

Αντ ‘αυτού, προσπαθήστε να κοιτάζετε σε ένα σταθερό σημείο πάνω από τον ορίζοντα και όχι προς το πάτωμα. Ο ύπνος ή απλώς το κλείσιμο των ματιών, μπορεί επίσης να βοηθήσει. Θα πρέπει επίσης να αποφεύγετε να ταξιδεύετε με γεμάτο στομάχι – ειδικά τα λιπαρά και πολύ πικάντικα τρόφιμα δεν βοηθούν. Κάντε διαλείμματα κατά τη διάρκεια του ταξιδιού – μερικές βαθιές ανάσες φρέσκου αέρα θα ανακουφίσουν τα συμπτώματα.
Πολλοί άνθρωποι δεν παθαίνουν ναυτία ταξιδιωτών όταν οδηγούν, κάτι που μπορεί να συμβαίνει επειδή το μυαλό είναι απασχολημένο με την οδήγηση και δεν δίνει μεγάλη σημασία στα μηνύματα από τους αισθητήρες. Αν έχετε την ευκαιρία λοιπόν, πιάστε το τιμόνι!

Γιατί ζαλιζόμαστε όταν διαβάζουμε στο αυτοκίνητο
Η εξήγηση στο πρόβλημα έχει να κάνει με τον θάλαμο του εγκεφάλου, ένα μέρος του ανθρώπινου μυαλού, που όπως εξηγούν οι ειδικοί είναι υπεύθυνο για τη "μετάφραση" των μηνυμάτων αισθητικών ερεθισμάτων.

Ως κέντρο αντίληψης αισθητικών ερεθισμάτων, όταν ο οργανισμός βρίσκεται σε κίνηση, το σώμα λαμβάνει σήματα - ότι δηλαδή κινείται. Αισθάνεται τις αναταράξεις του δρόμου, τις λακκούβες, πολλές φορές ακόμη και την απόσταση που έχει διανύσει. Όταν όμως διαβάζεις την ώρα που μετακινείσαι, ο εγκέφαλος αντιλαμβάνεται την κατάσταση διαφορετικά και τα ερεθίσματα αυτά δεν γίνονται αντιληπτά.

Αυτό που συμβαίνει είναι πως ο εγκέφαλος λαμβάνει μπερδεμένα μηνύματα. Από τη μία οι μύες του, αλλά και τα μάτια του δίνουν το σήμα πως παραμένει σταθερός, ενώ διαβάζει το βιβλίο του. Παράλληλα όμως, οι αισθητήρες ισορροπίας, στέλνουν σήμα πως βρίσκεται σε κίνηση. Και οι δύο πληροφορίες δεν μπορεί να είναι σωστές.

Υπό άλλες συνθήκες, τη «δυσλειτουργία» αυτή μπορεί να την προκαλέσει μόνο μια νευροτοξίνη ή δηλητήριο. Κάπως έτσι εκπέμπεται σήμα κινδύνου και το ανθρώπινο μυαλό φροντίζει πρώτα και κύρια να αποβάλλει το δηλητήριο, με απλά λόγια να ξεράσει.

Έτσι, κάθε φορά που ο εγκέφαλος λαμβάνει μπερδεμένα ερεθίσματα, επιλέγει τη ναυτία και τη δυσφορία που έχει όμως ως στόχο την προστασία από τον "πλασματικό" κίνδυνο.


Αναδημοσίευση: pronews.gr

Τρίτη 26 Μαΐου 2020

26 του Μάη 1947: Ανοίγει το κολαστήριο της Μακρονήσου


Στις 26 του Μάη 1947 ανοίγει το κολαστήριο της Μακρονήσου. Μια μακρόστενη λουρίδα γης μέσα στη θάλασσα, απέναντι απ’ το Λαύριο, έγινε ο μεγαλύτερος τόπος μαρτυρίου για χιλιάδες αγωνιστές και ταυτόχρονα θυσίας και ηρωισμού των αλύγιστων της ταξικής πάλης που δεν πρόδωσαν τις ιδέες και τα ιδανικά τους.
Πολλοί γνωρίσανε και ζήσανε τη Μακρόνησο. Αρκετοί πέθαναν εκεί. Πάρα πολλοί δεν ακούσανε ίσως ποτέ τίποτα γι’ αυτήν. Άλλοι κάτι ακούσανε και άλλοι διαβάσανε. Και λίγοι γράψανε χωρίς να τη γνωρίζουν και δίχως να την ιδούν. Η σημερινή γενιά των 20 και 30 χρόνων σίγουρα δεν ξέρει τίποτα για τη Μακρόνησο…
* * *
Στη Μακρόνησο «φιλοξενήθηκαν» περισσότεροι από εκατό χιλιάδες «επικίνδυνοι» φαντάροι και αξιωματικοί, καθώς και πολίτες, κομμουνιστές και αγωνιστές της Εαμικής Αντίστασης ή και συγγενείς τους.

«Άν το “πείραμα” των αναμορφωτηρίων κείτεται σήμερα σε άμορφα ερείπια πάνω στα γυμνά βράχια της Μακρονήσου, το πτώμα του δεν έπαψε να μυρίζει. Και πρέπει κάποτε να θαφτεί. Καλή ή άσχημη, αυτή είναι η απλή, η γυμνή αλήθεια. Και δε λέγεται για να βρίσει ή να ταπεινώσει εκείνους που για λογαριασμό τους υπήρξε και παραμένει πικρή και δυσάρεστη. Η αλήθεια, όσο και να την καταπνίγουμε, δεν μπορεί να κρυφτεί για πάντα.» (γράφει ο Νίκος Μάργαρης στον 1ο τόμο του έργου του «Ιστορία της Μακρονήσου» που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1966)

Γιώργου Φαρσακίδη: Μακρόνησος, «Φάλαγγα» στην κορυφή
(Από σχέδιο του 1949)
«Η “υποδοχή” μας, στις πύλες του Α.Ε.Τ.Ο. Ε.Σ.Α.Ι. Οι χωροφύλακες αμίλητοι. Μας μετράνε, παραδίνουν τους καταλόγους κι απομακρύνονται βιαστικοί.

Από σήμερα σας παραλαμβάνει ο στρατός! βρυχάται το μεγάφωνο. Θα περάσετε καλά…

Όλη η φάλαγγα δέκα βήματα εμπρός. Κλείνατ’ επ’ αριστερά! Στα δεξιά του δρόμου, ως τη θάλασσα, χέρσο, ξερό απλώνεται το ίσιωμα.

Μπροστά μας, ξεχωρίζουνε οι επίσημοι κι ένα γύρω σειρές-σειρές αλφαμίτες, ακίνητοι, βλοσυροί. Πλάι σε ρασοφόρο, ο διοικητής Βασιλόπουλος. Ο λόγος του σύντομος, ειρωνικός: Δεν είναι Νταχάου εδώ, όπως σας είπανε… Για όσους θα γίνουνε Έλληνες. Κοιτάει το ρολόι του:   Έχετε πέντε λεπτά να σκεφθείτε.

Μετά κάποιος μιλάει, ο παπάς νομίζω, για τις «ανοιχτές αγκαλιές της πατρίδος», την «εθνικήν κολυμβήθραν», για μας, τα «παραστρατημένα παιδιά», για το «σκληρό τιμωρό χέρι». Το μεγάφωνο, ξερό, μεταλλικό, ξερνά ανάκατα απειλές κι υποσχέσεις:

Όσοι συμφωνούν, να προχωρήσουν τέσσερα βήματα εμπρός. Βγαίνουνε. Δυο, τρεις, τέσσερις. Βαριά γύρω μας η βουβαμάρα. Ακόμα ένας. Τα λεπτά περνούν, η προθεσμία τελειώνει. Κανείς! Κανείς!

Οι αλφαμίτες να εκτελέσουν το καθήκον που τους ανέθεσε η πατρίδα. Οι άσπρες ζώνες κινήθηκαν σε παράταξη μάχης.

Όπλα τους, κασμαδόξυλα, μπαμπού, σιδηρογωνιές. Οι πρώτοι χτυπημένοι, το πρώτο αίμα. Η μάζα πισωγυρίζει κατά τη θάλασσα. Σιγά στην αρχή, σφιχτοδεμένη. Μετά σπάει, ξεχύνεται αγριεμένο κοπάδι.

Ποδοβολητό, ουρλιαχτά, βλαστήμιες μπερδεύουν με θούρια κι οδηγίες. Πασχίζουν να ξεμοναχιάσουν, να διαλύσουνε το μπουλούκι. Σαν το κατορθώσουν, σκορπά ο κόσμος και ξανασμίγει σ’ άλλες ομάδες μικρότερες. Και ξανά και ξανά.

Ασυναίσθητα τότε, κολλάς, γαντζώνεσαι σ’ άλλους, να χωθείς μέσα, να γίνεις ένα μαζί τους.

Οι ριπές αγριεύουν πιότερο ακόμα. Καμπόσοι πέφτουν στους βράχους, στη θάλασσα.

Εκεί μες στα βράχια τους ψαρεύουν και τους τελειώνουνε. Όλο πιο αριές, πιο λιγοστές οι ομάδες.

Τρέχεις, πηδάς, σαν τ’ αγρίμι, πέρα-δώθε. Πάν’ απ’ τα βράχια, τα πεσμένα κορμιά.

Για πόσο; Πιάστηκε η ανάσα, τα πόδια κόπηκαν. Κι άξαφνα, συνειδητοποιείς τρομερή την αλήθεια: Έμεινες μόνος! Από τώρα και μπρος νιώθεις την ευθύνη να σε βαραίνει προσωπικά. Θα την αντιμετωπίσεις σαν άτομο, φάτσα με φάτσα.

Το χτύπημα από τα πλάγια, απρόσμενο, δυνατό, και κάτι στο πρόσωπο σαν ανάσα καυτή.

Σκόνταψα, πέφτω… Νιώθω τα δάχτυλά μου γαντζωμένα σ’ ένα κορμί ζεστό, ακίνητο.

Τα βήματά τους… Μ’ αναποδογυρίζουνε βλαστημώντας, μ’ ανασηκώνουν τραβώντας απ’ τα μαλλιά.

Για λίγο τα μάτια μισανοίγουνε μόνα τους, όσο να προλάβεις να δεις τις ιδρωμένες, αγριεμένες τους φάτσες.

Η αρχή του τέλους! Τα χτυπήματα βαριά, στο κορμί, στο κεφάλι. Δεν πονάνε, ζαλίζουν. Ένα, δύο, τρία. Ένα κόκκινο σύννεφο.

Ωστόσο ακούω ακόμα, νιώθω, σκέφτομαι:  Καλύτερα έτσι —ναι— στο κεφάλι, να τελειώνουμε. Μετά ένας πόνος αβάσταγος τρυπάει τον ώμο. Πονάω, πονάω πολύ…

Ζω!  Πόση ώρα να ’χω πεσμένος; Ο ήλιος κατάφατσα τσουρουφλάει. Στο πρόσωπό μου πηγμένο το αίμα, με δυσκολεύει να δω. Με κόπο μισανοίγω τα μάτια.

Πλάι μου κι άλλοι, ακίνητοι, αραδιασμένοι στο μήκος του δρόμου. Λίγο πιο μπρος δυο ποδάρια ξυπόλητα τινάζονται σε σπασμό. Ξεχωρίζω το σκουροκόκκινο με ρίγες μπουφάν. Και βέβαια είναι… το Μανιατάκι της γειτονικής μας σκηνής. Θα πρέπει να ξεψυχά. Έρχονται…

Δοκιμάζουν μ’ αναμμένο τσιγάρο, στραμπουλάνε τα χέρια, μερικές στα πόδια, στα πλευρά. Να διαπιστώσουν αν ζω. Μετά κάπου με σέρνουν απ’ τα ποδάρια. Συνέρχομαι στο καμιόνι. Φίσκα από κορμιά, στοιβαγμένα ανάκατα.

Μες στον ιδρώτα, τη σκόνη, το αίμα. Μπρούμυτα κι ανάσκελα, σπαρταράνε ή μένουν ακίνητα ή βογκάν ή σωπαίνουν. Και συ, ένα μαζί τους, στην «Εθνικήν Κολυμβήθραν!». (από το βιβλίο του  Γιώργου Φαρσακίδη, Μακρόνησος των εκδόσεων Σκυτάλη)

Γιώργου Φαρσακίδη: Μακρόνησος, Το καψόνι της ορθοστασίας
(Από σχέδιο του 1950)
«Πολλοί γνωρίσανε και ζήσανε τη Μακρόνησο. Αρκετοί πέθαναν εκεί. Πάρα πολλοί δεν ακούσανε ίσως ποτέ τίποτα γι’ αυτήν. Άλλοι κάτι ακούσανε και άλλοι διαβάσανε. Και λίγοι γράψανε χωρίς να τη γνωρίζουν και δίχως να την ιδούν. Η σημερινή γενιά των 20 και 25 χρόνων σίγουρα δεν ξέρει τίποτα για τη Μακρόνησο. Ενώ πολλοί «διαπρεπείς επισκέπται» την είδανε τότε, μιλήσανε και γράψανε.

«Το υπέροχο αυτό πείραμα θα μπορούσαν να το μιμηθούν πολλαί χώραι», είχε δηλώσει το Μάιο του 1949 ο τότε αντιπρόεδρος της Βουλής των λόρδων κ. Τέϊνχαμ.

Ο Π. Κανελλόπουλος βεβαίωνε το Μάρτιο του 1949 ότι «στο ξερονήσι αυτό εβλάστησε η Ελλάς ωραιότερα από κάθε άλλη φορά».

Κι ένας εκλεκτός λογοτέχνης το Σεπτέμβριο του 1947 «είδε τη Μακρόνησο, συλλογίστηκε και ευχήθηκε: Πότε ολόκληρη η Ελλάδα μας θα γίνει Μακρόνησος και όλοι oι Έλληνες Μακρονησιώτες σαν τα παιδιά του Β’ Τάγματος». (από τον 1ο τόμο του έργου του Νίκου Μάργαρη «Ιστορία της Μακρονήσου»)

Νταχάου, κάτεργο φασιστικό και ντροπή για την Ελλάδα και τον πολιτισμό· αυτό ήταν η Μακρόνησος.


Αναδημοσίευση: katiousa.gr