Σάββατο, 11 Ιουλίου 2015

«Το τρίτον της συγκρίσεως»



Την «ποιοτική σύσταση» των ανθρώπων του κινήματος «μένουμε Ελλάδα», και προφανώς των ψηφοφόρων του ΝΑΙ σκιαγράφησε π Χρήστος Γιανναράς σε άρθρο του με τον ίδιο τίτλο την Κυριακή ανήμερα του δημοψηφίσματος 5 Ιουλίου οιυ κυκλοφόρισε το Σάββατο 4 Ιουλίου
* * *
Ε​​ικόνα σημαδιακή, ίσως εικονογραφήσει κάποτε βιβλία – της Ιστορίας: Εξημμένοι «Ευρωπαίοι» και μαινόμενες «Ευρωπαίες» του ελληνόφωνου (περίπου) βαλκανικού νότου, με εμφανέστατη την προτεραιότητα των καταναλωτικών ενδιαφερόντων τους (αμφιέσεις και εξαρτήματα επιδεικτικής ευπορίας) να κραυγάζουν τινάζοντας ψηλά τις ποικιλμένες με κοσμήματα γροθιές τους, για να διαδηλώσουν την αφοσίωσή τους στην «Ευρώπη». Ρυθμικές οι φωνές και τσιρίδες, αίτημα το ένα και ποθητό όνομα: Ευ-ρώ-πη, Ευ-ρώ-πη.
Τι συγκεκριμένο σήμαινε η λέξη γι’ αυτούς τους ερζάτς διαδηλωτές; Το αποκάλυπταν στα λιγοστά πανώ τους: «Παραμονή στο ευρώ». Θα κυριολεκτούσαν, αν αντί για «Ευρώπη» φώναζαν: «λεφτά», «τζάμπα χρήμα», «να συνεχίσουν τα πακέτα», οι επιδοτήσεις, ο εξωφρενικός δανεισμός. Με οποιοδήποτε τίμημα. Μπροστά στο ενδεχόμενο να μειωθεί η καταναλωτική ευχέρεια (η μοναδική χαρά ζωής, μοναδική σκοποθεσία βίου των ρινόκερων), τίποτε άλλο δεν λογαριάζεται – συλλογική αξιοπρέπεια, κρατική ανεξαρτησία, γλώσσα, Ιστορία, κατά κεφαλήν καλλιέργεια, τα καταπίνει όλα ο ρεαλισμός του μοναδικού οράματος ευτυχίας: να παραμείνει το Ελλαδέξ στο κλαμπ των παραλήδων της Ευρώπης.
Φυσικά, οι προσχηματικές αιτιολογήσεις του πάθους και του φανατισμού για την παραμονή μας στην Ευρωζώνη είναι εξωραϊσμένες, ψυχολογικά επεξεργασμένες: «Θέλουμε τη χώρα μας Ευρωπαϊκή, να μην την παραδώσουμε στα παιδιά μας σαν Αλβανία του Χότζα», έγραφε η προκήρυξη των οργανωτών της διαδήλωσης. «Να παραμείνουμε στην ευρωπαϊκή οικογένεια». Αλλά, αν ευρωπαϊκή οικογένεια σημαίνει: σεβασμό των νόμων και των θεσμών, δημοκρατική λειτουργία των κομμάτων, του κοινοβουλίου, της κυβέρνησης, συνεπή διάκριση των εξουσιών, εύρυθμη Δικαιοσύνη που προστατεύει την οργανωμένη κοινωνία πατάσσοντας τα κρούσματα διαπλοκής άνομων συμφερόντων με την εξουσία, κρούσματα διαφθοράς κρατικών λειτουργών και πολιτικών αρχόντων – αν σε τέτοιους στόχους στοχεύουμε ζητώντας να παραμείνουμε στο ευρώ, τότε γιατί στα δεκατέσσερα χρόνια που βρισκόμαστε ως ισότιμα μέλη στη νομισματική αυτή οικογένεια δεν κατορθώσαμε ούτε ένα πόντο προόδου στην προώθηση των ευγενικών ονείρων μας;
Αποδείχθηκε περίτρανα, για δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια, ότι τα εκπληκτικά προνόμια της μετοχής μας στο «κλαμπ των πλουσίων και ισχυρών» της Ευρώπης όχι μόνο δεν ανέστειλαν, αλλά και μεγέθυναν με τρόπο εφιαλτικό τη διαφθορά, τη σήψη, τον αμοραλισμό στη χώρα μας. Με ποια εχέγγυα η παραμονή μας στο ευρωπαϊκό νόμισμα θα επιφέρει, τώρα ξαφνικά, την ίαση και μεταστροφή μας; Αλλά και με ποια εχέγγυα η έξοδός μας από το ευρώ θα λειτουργήσει θαυματουργικά προς θετική κατεύθυνση;
Αν υπάρχει ένας ουσιωδέστατος λόγος για να παραμείνουμε στην ομάδα των χωρών που πρωτοπορούν έμπρακτα (όχι με θεωρίες) στην ευρωπαϊκή ενοποίηση, είναι η δημιουργική (και με ταυτότητα - ετερότητα) συμβολή μας σε αυτό το προβάδισμα. Ο Ελληνισμός επιβίωσε μέσα στην Ιστορία, ακόμα και με χαμένη την πολιτική του αυτονομία, όσο σάρκωνε μιαν εναλλακτική πρόταση ή και σαφώς αντιπρόταση στον θρησκευτικό (άρα και πολιτικό) ολοκληρωτισμό του Αυγουστίνου, στη μηχανιστική νοησιαρχία του ακινάτειου και καρτεσιανού cogito, στον αμφιπρόσωπο μηδενισμό του Ιστορικού Υλισμού: μαρξιστικό και καπιταλιστικό.
Εναλλακτική πρόταση ή και σαφώς αντιπρόταση είναι ο Ελληνισμός, όχι στο επίπεδο της ιδεολογίας (εθνικισμού, θρησκοληψίας, πολιτικού αυταρχισμού), αλλά στο έμπρακτο επίπεδο του «τρόπου»: άλλου νοήματος, άλλης πρακτικής, άλλων στόχων της συλλογικότητας και των θεσμών της. Ομως αυτή η ετερότητα του ενεργού ελληνικού «τρόπου» είναι μια πραγματικότητα ολοφάνερα πια χαμένη. Ακόμα και το συμβολικό απομεινάρι του ελληνικού «τρόπου», ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, με άρθρο του στην «Κ», πριν από δυο Κυριακές, βγήκε να μας πει, «δίχως αιδώ ή λύπην», ότι «Ευρώπη και Ελλάδα είναι δύο αναπόσπαστες όψεις της ίδιας πέτρας... με πρωτογενή υλικά την ελληνική παιδεία, το ρωμαϊκό δίκαιο και τον χριστιανισμό»! Δεν διευκρίνισε σε ποιαν ελληνική παιδεία αναφερόταν: στον Αριστοτέλη του Δαμασκηνού, του Μαξίμου, του Γρηγόριου Παλαμά ή στον Αριστοτέλη τον Ακινάτη και των Σχολαστικών; Σε ποιο Δίκαιο: στις «Νεαρές» του Ιουστινιανού ή σε μεσαιωνικές νομοθεσίες που τιμωρούσαν τον φόνο με πρόστιμο και την κλοπή με καταδίκη σε θάνατο; Σε ποιον χριστιανισμό: αυτόν του αυγουστίνειου «απόλυτου προορισμού», της θεοκρατίας και των εφιαλτικών ενοχών της concupiscentia ή στον χριστιανισμό που προβάλλει ως πρότυπο πληρότητας της ζωής την ερωτική αυτοπροσφορά;
Ντροπής μνημείο του εξευτελιστικού αφελληνισμού των Ελλήνων, λαού που απεμπόλησε ιλιγγιώδη θησαυρίσματα ανθρώπινης ελευθερίας και καλλιέργειας, για να τρέχει πίσω από χάντρες και καθρεφτάκια για κάφρους. Ούτε περιγράφεται ούτε αντέχεται ο εκπεσμός μας σε τέτοιον πρωτογονισμό μεταφυσικών αναζητήσεων, πολιτικών απαιτήσεων, κοινωνικών στοχεύσεων.
Θα μπορούσε, για δεύτερη φορά μετά την εφιαλτική Τουρκοκρατία, μέσα στις εκκλησιές να σωθεί το «πολυτίμητο τζιβαϊρκόν» της αρχοντιάς των Ελλήνων: η συνέχεια της γλώσσας, η συνέχεια του αθλήματος της κοινωνίας των σχέσεων (η ενορία – κοινότητα), η υψηλή καλλιέργεια του τραγωδικού ήθους, της ζωγραφικής και μουσικής ευαισθησίας. Αν υπήρχε έστω ένας επίσκοπος που να καταλαβαίνει τη λαϊκή μας παράδοση όχι σαν ιδεολογία και φολκλόρ, αλλά ως τη μόνη κοινωνικά ριζοσπαστική αντιπρόταση στον μηδενισμό και ολοκληρωτισμό του Ιστορικού Υλισμού – του ΣΥΡΙΖΑ ή του ΔΝΤ και των «αγορών», αδιάφορο.
Το ιστορικό μας τέλος των Ελλήνων δεν τεκμαίρεται από το γεγονός ότι όλα τα πολιτικά κόμματα, χωρίς εξαίρεση, έχουν μόνο διαχειριστική, ιστορικο-υλιστική αντίληψη της πολιτικής, την ίδια με τους δανειστές μας – μετράνε τη ζωή με το χρήμα, την ευτυχία με την καταναλωτική ευχέρεια. Το ιστορικό μας τέλος βεβαιώνεται κυρίως από το γεγονός ότι δεν υπάρχει επίσκοπος που να καταλαβαίνει ότι η «πόλις»-πατρίδα θεμελιώνεται στο «νόημα» της ύπαρξης και συνύπαρξης και όχι στο «πρωτογενές πλεόνασμα» εισοδημάτων.