Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

Τελικά θέλουμε ή όχι τη διαπραγμάτευση;



αναρωτήθηκε, ακούγοντας την αντιπολίτευση να κάνει κριτική στην κυβέρνηση για την καθυστέρηση να κλείσει την αξιολόγηση, ο Δημήτρης Ριζούλης σε άρθρο του με τον ίδιο τίτλο στη «Δημοκρατία» της Παρασκευής 16 Ιουνίου.
* * *
Διαβάζω τις τελευταίες ημέρες αναλύσεις που υποστηρίζουν ότι ο Τσίπρας ανέβασε πολύ ψηλά τον πήχη για το χρέος και κακώς επιμένει από τη στιγμή που η πλευρά των δανειστών ξεκαθάρισε πως τίποτα δεν θα συμβεί πριν από το 2018.
Αυτοί οι αναλυτές και οι αρθρογράφοι υποστηρίζουν ότι η κυβέρνηση υπέπεσε σε γκάφα, καθυστέρησε πολύ να συμφωνήσει για τη δόση και έβαλε τη χώρα σε περιπέτεια χωρίς λόγο. Επιφανειακά, αυτά τα επιχειρήματα έχουν βάση. Ομως, μήπως πρόκειται απλώς για πρόχειρη «ανάγνωση» με βάση όσα έκαναν οι προηγούμενες μνημονιακές κυβερνήσεις;
Το βασικό ερώτημα είναι το εξής: Τελικά θέλουμε διαπραγμάτευση ή όχι; Συμφωνούμε ότι οι κυβερνώντες οφείλουν να προσπαθούν ακόμα και για το ανέφικτο (προκειμένου να κερδίσουν ό,τι γίνεται περισσότερο) ή έχουμε συμβιβαστεί με την ιδέα ότι η μοναδική επιλογή μας είναι να λέμε ναι σε όλα;
Υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να κριθεί η κυβερνητική στρατηγική. Αν κάποιος πιστεύει ότι η Ελλάδα οφείλει να διεκδικεί και να διαπραγματεύεται, δεν είναι δυνατόν να διαφωνεί με την επιμονή του Τσίπρα στο ζήτημα της ελάφρυνσης του χρέους.
Θυμίζω ότι, αν αυτή τη στιγμή το συγκεκριμένο ζήτημα απασχολεί όλες τις πολιτικές δυνάμεις της Ευρώπης και ουσιαστικά είναι το πρώτο θέμα στη διεθνή ατζέντα του ελληνικού ζητήματος, οφείλεται αποκλειστικά στον ΣΥΡΙΖΑ. Η προηγούμενη κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά είχε αποδεχτεί ότι το χρέος είναι βιώσιμο και δεν μιλούσε καν γι’ αυτό το θέμα. Ακόμα και ο Κυριάκος Μητσοτάκης μέχρι πρότινος απέφευγε να «ανεβάσει» το ζήτημα και μιλούσε θολά και γενικόλογα για «διευκολύνσεις». Τελικά, αναγκάστηκε και ο ίδιος να αλλάξει τις προτεραιότητές του και έφτασε στο σημείο να χαρακτηρίσει προ ημερών τη ρύθμιση του χρέους «εθνικό ζήτημα».
Ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί όντως να μην έχει σχέδιο σχεδόν για τίποτα, να μοιάζει πολλές φορές με παρέα σε πενταήμερη, όμως για συγκεκριμένα ζητήματα (όπως το χρέος) σωστά επιμένει. Και πολύ καλά κάνει να θέτει τους Ευρωπαίους προ των ευθυνών τους, αφού και στο παρελθόν είχαν δώσει υποσχέσεις για ελάφρυνση (το 2012) που δεν τήρησαν. Είναι προτιμότερο να γινόμαστε «φορτικοί» στον Σόιμπλε, παρά να του παραδινόμαστε αμαχητί, ακόμα κι αν υπάρχει ο κίνδυνος στο τέλος να μας εκδικηθεί. Τουλάχιστον θα έχουμε πέσει μαχόμενοι και όχι κοιμώμενοι.
Επίσης, καθόλου τυχαίο δεν είναι ότι σε πανευρωπαϊκό επίπεδο ο Σόιμπλε κατακρίνεται όλο και συχνότερα από media και πολιτικά πρόσωπα. Οι ημέρες της παντοκρατορίας του μοιάζουν μετρημένες. Αυτήν την αλλαγή σκηνικού την τροφοδότησε ο ΣΥΡΙΖΑ, που ανέδειξε την ακατανόητη ξεροκεφαλιά του και τις τιμωρητικές εμμονές του.
Η συζήτηση λοιπόν περί «λαθών» στη διαπραγμάτευση έχει τον κίνδυνο να εξελιχτεί σε φτηνή προπαγάνδα. Ειδικά όταν την τροφοδοτούν αρθρογράφοι που κάλυπταν και δικαιολογούσαν τις προηγούμενες κυβερνήσεις (ακόμα και αυτή του Γιώργου Παπανδρέου), που ποτέ δεν τόλμησαν να ορθώσουν το ανάστημα.
Κατά τα λοιπά, η χθεσινή απόφαση του Eurogroup σίγουρα δεν προσφέρεται για πανηγυρισμούς, όμως αποκαθιστά την ηρεμία. Οι δανειστές μάς δίνουν αυτά που μας χρωστάνε εδώ και καιρό και σε καμία περίπτωση δεν μας κάνουν χάρη, αφού τα χρήματα θα επιστρέψουν σε λίγες ημέρες στις τσέπες τους και μάλιστα με τόκο. Οσο για τα ευχολόγια που διατυπώθηκαν για το χρέος, είναι σαφέστατα επικοινωνιακού χαρακτήρα, δεν δρομολογούν ουσιαστική λύση και ασφαλώς δεν ικανοποιούν την ελληνική πλευρά.
Όμως η διαπραγμάτευση με έναν τέτοιο αδίστακτο αντίπαλο, όπως είναι οι Γερμανοί, δεν είναι κατοστάρι, αλλά μαραθώνιος. Όσο το ζήτημα διατηρείται ψηλά στην ατζέντα υπάρχει ελπίδα. Ακόμα κι αν η όποια «ανάσα» αργήσει. Κάλλιο αργά, παρά ποτέ. Γιατί όπως αποδείχτηκε με τους προηγούμενους βρισκόμασταν μονίμως στη χώρα του... ποτέ.