Πέμπτη, 26 Μαΐου 2016

Στη δημοσιότητα φάκελοι κοινωνικών φρονημάτων


Την άρση του απορρήτου για τους φακέλους κοινωνικών φρονημάτων προβλέπει κοινή απόφαση που υπέγραψαν οι Υπουργοί Εσωτερικών Παναγιώτης Κουρουμπλής και Δικαιοσύνης Νίκος Παρασκευόπουλος, καθώς και ο Αναπληρωτής Υπουργός Προστασίας του Πολίτη Νίκος Τόσκας.
Στη δημοσιότητα αναμένεται να δοθούν μέσα στο επόμενο διάστημα 2.500 περίπου φάκελοι κοινωνικών φρονημάτων που φυλάσσονται επί δεκαετίες στα αρχεία των υπηρεσιών του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη.

Ας δούμε για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι, τι ήταν τα «πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων». Και η απορία μου είναι η εξής:
Γιατί μόνο 2.500; Να αποσταλούν σ’ αυτούς που αφορούν οι φάκελοι αυτοί σ’ αυτούς που αφορούν (ή στους κληρονόμους του). Όπως και να δοθούν στη δημοσιότητα τα ονόματά τους (και να είναι στο «χέρι» του κάθε ενδιαφερόμενου να δοθεί και ο αντίστοιχος φάκελος).
* * *
Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση του υπουργείου, «οι συγκεκριμένοι φάκελοι στους οποίους είχε περιοριστεί το δικαίωμα πρόσβασης καθίστανται εφεξής προσιτοί:
α) στα πρόσωπα που αφορούν
β) στους συζύγους και τους συγγενείς αυτών μέχρι τρίτου βαθμού, εφόσον τα πρόσωπα της προηγούμενης περίπτωσης δεν ζουν. Ειδικά στην περίπτωση αυτή η ύπαρξη εν ζωή πλησιέστερων συγγενών αποκλείει το δικαίωμα των απώτερων συγγενών της ίδιας ρίζας, με την επιφύλαξη της επόμενης περίπτωσης
γ) με την απλή εξουσιοδότηση των αναφερομένων προσώπων σε οποιονδήποτε τρίτον
δ) κατόπιν άδειας της αρχής προστασίας προσωπικών δεδομένων σε πρόσωπα, τα οποία για λόγους ιστορικής έρευνας ή/και επαγγελματικούς ζητούν την κατά τα ανωτέρω πρόσβαση.»
Την σχετική απόφαση συνυπογράφουν οι Υπουργοί Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης Παναγιώτης Κουρουμπλής και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Νίκος Παρασκευόπουλος, καθώς και ο Αναπληρωτής Υπουργός Προστασίας του Πολίτη Νίκος Τόσκας.

Αναλυτικά η απόφαση αναφέρει τα εξής:
Άρση του απορρήτου και δημοσιοποίηση των 2.500 περίπου φακέλων ατομικών φρονημάτων που επί δεκαετίες φυλάσσονται στα αρχεία υπηρεσιών του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη (πρώην Δημόσιας Τάξης), ορίζει κοινή απόφαση την οποία συνυπογράφουν οι Υπουργοί Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης Παναγιώτης Κουρουμπλής και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Νίκος Παρασκευόπουλος, καθώς και ο Αναπληρωτής Υπουργός Προστασίας του Πολίτη Νίκος Τόσκας.
Σύμφωνα με τα οριζόμενα στο κείμενο της απόφασης, οι συγκεκριμένοι φάκελοι στους οποίους είχε περιοριστεί το δικαίωμα πρόσβασης καθίστανται εφεξής προσιτοί:
α) στα πρόσωπα που αφορούν
β) στους συζύγους και τους συγγενείς αυτών μέχρι τρίτου βαθμού, εφόσον τα πρόσωπα της προηγούμενης περίπτωσης δεν ζουν. Ειδικά στην περίπτωση αυτή η ύπαρξη εν ζωή πλησιέστερων συγγενών αποκλείει το δικαίωμα των απώτερων συγγενών της ίδιας ρίζας, με την επιφύλαξη της επόμενης περίπτωσης
γ) με την απλή εξουσιοδότηση των αναφερομένων προσώπων σε οποιονδήποτε τρίτον
δ) κατόπιν άδειας της αρχής προστασίας προσωπικών δεδομένων σε πρόσωπα, τα οποία για λόγους ιστορικής έρευνας ή/και επαγγελματικούς ζητούν την κατά τα ανωτέρω πρόσβαση.
Η ισχύς της απόφασης αυτής αρχίζει δεκαπέντε ημέρες μετά την δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΦΡΟΝΗΜΑΤΩΝ
Το πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων ήταν κρατικό έγγραφο το οποίο εκδιδόταν από τις ελληνικές αστυνομικές αρχές ή τον Στρατό μεταξύ 1938 και κατά διαστήματα μέχρι το 1981, το οποίο βεβαίωνε ότι κάποιος πολίτης δεν ήταν κομμουνιστής ούτε συμπαθής προς τον κομμουνισμό. Μέσω των Πιστοποιητικών Κοινωνικών Φρονημάτων αποκλείστηκαν από ολόκληρο το δημόσιο τομέα, αλλά και από την εισαγωγή σε ανώτερες σχολές αλλά και «για απλές συναλλαγές με την εκτελεστική εξουσία», όχι μόνον όσοι είχαν χαρακτηριστεί από τις αρχές ως κομμουνιστές, οι ίδιοι ή μέλη της ευρύτερης οικογενείας τους, αλλά και όσοι εμφορούνταν από φιλελεύθερες ιδέες.
Τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων θεσμοθετήθηκαν για πρώτη φορά την περίοδο της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά. Ενδεικτικά, το Βασιλικό Διάταγμα της 13/9/1938 που εκδόθηκε από την Κυβέρνηση Μεταξά και το οποίο αφορούσε την συμμετοχή σε εισαγωγικές εξετάσεις Παιδαγωγικών Ακαδημιών, απαιτούσε τέτοιο πιστοποιητικό.
Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, τα πιστοποιητικά εντάχθηκαν στα «Έκτακτα Μέτρα». Τα Έκτακτα Μέτρα ήταν ένα σύνολο θεσμών που είχαν στόχο τον έλεγχο και τον αποκλεισμό από το δημόσιο βίο όσων ήταν ύποπτοι για συνεργασία με τους αντάρτες και αργότερα όσων έδειχναν συμπάθεια προς την κομμουνιστική ιδεολογία. Σε αυτά περιλαμβάνονταν οι εκτοπισμοί, οι «φάκελοι» και η δημιουργία της Επιτηρούμενης Ζώνης κατά μήκος των βορείων συνόρων της χώρας, 600 περίπου χιλιόμετρα, μέσα στα όρια της οποίας ο στρατός είχε αυξημένες εξουσίες.Τα πιστοποιητικά θεσμοθετήθηκαν με το νόμο 516 του 1948 (κυβέρνηση Σοφούλη) ώστε να καλύπτουν όλο το δημόσιο τομέα. Ήταν απαραίτητα για την κατάληψη θέσεως δημόσιου ή δημοτικού υπαλλήλου, σε τράπεζες, σε κρατικούς οργανισμούς ή ιδρύματα κοινής ωφέλειας ακόμα και σε πολλές ιδιωτικές επιχειρήσεις. Επίσης, μεταξύ άλλων, για την εγγραφή στα πανεπιστήμια, την έκδοση άδειας οδήγησης, άδειας κυνηγίου, διαβατηρίου, άδεια μικροπωλητή και άδειας μετανάστευσης.
Το πιστοποιητικό ήταν αλληλένδετο με το θεσμό των φακέλων. Για να εκδοθεί έπρεπε οι αρμόδιες αρχές ασφαλείας να ερευνήσουν τον ατομικό φάκελο του ενδιαφερόμενου αλλά και των ανθρώπων του συγγενικού του περιβάλλοντος. Με αυτόν τον τρόπο οι κρατικές αρχές υιοθετούσαν την αρχή της οικογενειακής ευθύνης, σύμφωνα με την οποία η αίτηση κάποιου για έκδοση του πιστοποιητικού ήταν δυνατόν να απορριφθεί λόγω ύποπτης πολιτικής δραστηριότητας συγγενών του, ακόμα και σε χρονικό διάστημα στο παρελθόν, όταν ο ίδιος δεν είχε ακόμα γεννηθεί. Σε κάθε περίπτωση, η διαδικασία της έκδοσης ήταν μία χρονοβόρος διαδικασία που θα μπορούσε να διαρκέσει μέχρι και τρεις μήνες, λόγω των πρωτογόνων μεθόδων οργάνωσης και ταξινόμησης που εφάρμοζαν οι αρχές. Το έτος 1961 υπολογιζόταν ότι ο αριθμός των «φακελωμένων» πολιτών ξεπερνούσε το ενάμισι εκατομμύριο.
Τα πιστοποιητικά καταργήθηκαν στο χώρο της εκπαίδευσης το 1964 από την Κυβέρνηση Παπανδρέου και επανήλθαν το 1967 με την εγκαθίδρυση της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών. Καταργήθηκαν εν μέρει το 1971[9] στο πλαίσιο του σχεδίου φιλελευθεροποίησης ή «εκδημοκρατισμού» του καθεστώτος, με εξαίρεση τις ένοπλες δυνάμεις και τα σώματα ασφαλείας. Για τις υπόλοιπες περιπτώσεις αντικαταστάθηκαν με ένα ερωτηματολόγιο που έπρεπε να συμπληρώσει ο εκάστοτε υποψήφιος. Ανάμεσα στα άλλα, ήταν υποχρεωμένος να απαντήσει αν είχε ποτέ συλληφθεί, αν ήταν αναγνώστης εντύπων που απηχούσαν αντεθνικές γνώμες, αν είχε πάρει ποτέ μέρος σε εκδηλώσεις που είχαν διοργανωθεί από άτομα που υπηρετούσαν τον κομμουνισμό και τους σκοπούς του και αν υπήρξε ποτέ οπαδός κομμάτων «σκοπούντων την καθ' οιονδήποτε τρόπον ανατροπήν της νομίμου κυβερνήσεως». Τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων καταργήθηκαν οριστικά το 1981.
Τα πιστοποιητικά έγιναν αιτία να εγκαταλείψουν την χώρα «αριστεροί» πολίτες αφού χωρίς αυτά δεν μπορούσε κάποιος να σπουδάσει. Σήμερα η αναφορά κάποιου σε πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων γίνεται μεταφορικά και με αίσθηση της υπερβολής όταν κάποια δημόσια υπηρεσία του ζητάει πολλά δικαιολογητικά προκειμένου να τον εξυπηρετήσει.


Αναδημοσίευση: arcadiaportal.gr