Σάββατο, 11 Ιουνίου 2016

Το χάσμα μιας κοινωνίας



Τους λόγους που δεν μπορούν τα κόμματα του παλιού δικομματισμού (ΝΔ και αντί για το μικρό ΠΑΣΟΚ, ολόκληρης της κεντροαριστεράς) προσπάθησε να αναδείξει ο Αλέξης Παπαχελάς σε άρθρο του στην «Καθημερινή» την Τετάρτη 8 Ιουνίου. Δεν αναφέρθηκε όμως στο κυριότερο στη διαφθορά και στο ότι «μαζί τα φάγανε όπως θα έλεγε κι ο Πάγκαλος. Κι ακόμη πως μερικοί από αυτούς είναι ακόμη μέσα στη ΝΔ κι ενώ το ΠΑΣΟΚ καθάρισε η νυν κεντροαριστερά τους καλεί ακόμη και σήμερα «ως σοφούς», να μιλήσουν. Ενώ το λογικό θα ήταν να τους καλέσουν από τη ΝΔ μια που οι ιδέες τους είναι συγκλίνουσες.
* * *
Η κρίση έχει δημιουργήσει γκέτο μέσα στην ελληνική κοινωνία. Και αυτό το γεγονός έχει τεράστιες πολιτικές επιπτώσεις. Παλιά υπήρχαν τα άκρα, της φτώχειας και του πλούτου, αλλά ανάμεσα βρισκόταν μια πολύ μεγάλη μεσαία τάξη. Πολλοί που ένιωθαν ότι ανήκαν σε αυτήν έχασαν το έδαφος κάτω από τα πόδια τους, φτωχοποιήθηκαν και κλονίστηκε η εμπιστοσύνη τους στο «σύστημα». Ο κ. Τσίπρας βρήκε τον τρόπο να επικοινωνήσει μαζί τους. Τώρα νιώθουν «ορφανοί».
Μπορεί είτε η Ν.Δ. είτε κάποιου είδους ενωμένη Κεντροαριστερά να κερδίσει ξανά την εμπιστοσύνη τους; Οποιος το επιχειρήσει έχει πολλούς κάβους να περάσει.
Αυτοί οι άνθρωποι, κατ’ αρχάς, πρέπει να νιώσουν ότι τα παραδοσιακά κόμματα νοιάζονται γι’ αυτούς. Μην υποτιμάμε το πόσοι άνθρωποι είναι οργισμένοι και απελπισμένοι αλλά πιστεύουν, ακόμη και σήμερα, ότι με κάποια άλλη κυβέρνηση θα έχαναν περισσότερα από τον μισθό ή τη σύνταξή τους. Είναι όμως ζήτημα αρχής και ουσίας. Καμία κοινωνία δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς να αντιμετωπίσει τα προβλήματα επιβίωσης ενός τόσο μεγάλου τμήματος του πληθυσμού, που ακόμη και αν έλθει η ανάπτυξη μέσα από μεταρρυθμίσεις, δύσκολα θα μπορέσει να επωφεληθεί. Πρέπει να βρούμε λύσεις γι’ αυτό το κομμάτι της κοινωνίας.
Ο δεύτερος κάβος αφορά το πώς θα ξανανοίξουν αυτοί οι άνθρωποι τα αυτιά τους σε μη λαϊκίστικες φωνές. Αυτό και αν είναι δύσκολο... Το πιο αυτοκαταστροφικό φαινόμενο εξελίσσεται καθημερινά στο κέντρο της Αθήνας και στα βόρεια προάστια. Μια ελίτ βράζει στο ζουμί της, ανακυκλώνει πρόσωπα και στερεότυπα χωρίς να καταλαβαίνει τι γίνεται... εκεί έξω. Είναι πράγματι ανησυχητικό το ότι εξαιρετικά ικανά πρόσωπα δεν σαγηνεύουν την ελληνική κοινωνία. Για να γοητευθεί, όμως, πρέπει να τα μάθει πρώτα και κατόπιν να τα εμπιστευθεί. Τώρα δεν μιλάνε μεταξύ τους τα δύο γκέτο.
Αυτός που έχει χρόνια να ανάψει καλοριφέρ είναι απίθανο να επικοινωνήσει με εκείνον που πιστεύει ότι «δεν υπάρχει κρίση γιατί η Κηφισίας έχει πάλι κίνηση». Ο ένας πρέπει να καταλάβει, ο άλλος να μπορέσει να ακούσει.
Αυτά που κάποιοι θεωρούν αυτονόητα και αυταπόδεικτα είναι ψιλά γράμματα για άλλους και απαιτούν μετάφραση.
Αυτή είναι μια μάχη που δίνεται μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τα μέσα ενημέρωσης. Ενώ όμως το λαϊκίστικο παραμύθι ξεφουσκώνει με ραγδαίους ρυθμούς και σχετικό πάταγο, δεν εμφανίζεται στον ορίζοντα ένα νέο αφήγημα που θα συγκινήσει. Ο νέος λόγος δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο σε τεχνοκρατικές παραδοχές. Ο Ελληνας θέλει και συναίσθημα και μιαν αίσθηση δεσίματος με τον εκφορέα του. Η εξίσωση είναι δύσκολη. Ιδίως όταν μια κοινωνία είναι τόσο εξουθενωμένη, πολωμένη και οργισμένη.