Σάββατο, 25 Ιουνίου 2016

Οργή Γερμανών για τον «σωσία» Φαμπρ



Την μετάλλαξη της Ευρώπης τις τελευταίες δεκαετίες αναδεικνύει με άρθρο της, με τον ίδιο τίτλο, στην «Κσθημερινή» της Παρασκευής 24 Ιουνίου. Βασισμένη σε γεγονότα που έχουν σχέση με τον αθλητισμό (επαγγελματικό ποδόσφαιρο), και τον πολιτισμό.
* * *
Θυμόσαστε τον νόμο Μποσμάν του 1995; Ηταν εκείνη η ρηξικέλευθη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου που άλλαξε τη φυσιογνωμία του αθλήματος στη Γηραιά Ηπειρο, καθώς στην ενδεκάδα μιας ποδοσφαιρικής ομάδας έβρισκε κανείς παίκτες με όλα τα ευρωπαϊκά διαβατήρια. Σαν μια μικρή ευρωπαϊκή βαβέλ δηλαδή. Το αξιοπερίεργο ήταν ότι ακόμα και στους φανατικούς φιλάθλους φαινόταν φυσιολογικό πως υπήρχαν ιστορικοί σύλλογοι με πλειονότητα άλλων Ευρωπαίων παικτών, σε τέτοιο βαθμό που σχεδόν δεν έπαιζαν ντόπιοι. Σε ένα από τα πιο «εθνικά» αθλήματα στον κόσμο δεν είχε πια σημασία η εθνικότητα αλλά το ταλέντο.
Τι απέγινε η Ευρώπη του Μποσμάν; Εξαερώθηκε μάλλον. Διότι στην Ευρώπη που ζούμε σήμερα, ακόμα και ο πολιτισμός, ένα πεδίο παραδοσιακά ανεκτικό αν όχι παντελώς ανοικτό στον ξένο, φαίνεται να κλείνει τα «σύνορα». Είναι ενδεικτική η παρακάτω ιστορία που δεν είναι πολύ γνωστή στην Ελλάδα και θα σας θυμίσει τον Γιαν Φαμπρ. Οι ομοιότητες είναι αρκετές: ένας ξένος με περγαμηνές τοποθετείται με άνωθεν εντολή στο τιμόνι ενός καλλιτεχνικού φορέα, αλλά κινδυνεύει να «αποβληθεί», όπως ο ανθρώπινος οργανισμός δεν δέχεται το μόσχευμα. Αυτήν τη φορά δεν είναι το Φεστιβάλ Αθηνών αλλά το ιστορικό θέατρο Volksbuhne στο Βερολίνο που ανθίσταται στην έλευση του νέου καλλιτεχνικού διευθυντή του Κρις Ντέρκον. Τον θεωρεί ξένο σώμα, κάτι χειρότερο: απειλή. Συμπατριώτης του Φαμπρ, ο Βέλγος διηύθυνε με επιτυχία την Tate Modern για αρκετά χρόνια, μέχρι που αποφάσισε να αναλάβει μια νέα πρόκληση. Και ενώ έχει πείρα στον κινηματογράφο και στα εικαστικά, θέλησε να δοκιμάσει την τύχη του στην ηγεσία της πλέον ρηξικέλευθης γερμανικής σκηνής. Οι αντιδράσεις ήταν σφοδρότατες και συνεχίζονται με το ίδιο μένος λίγο προτού αναλάβει, το 2017.
«Δεν πρόκειται για μια ανάληψη που γίνεται με φιλικούς όρους. Είναι ένα σημείο μετά το οποίο δεν υπάρχει επιστροφή, μια ρήξη με την έως τώρα ιστορία του καλλιτεχνικού μας θεσμού. Η αντανάκλαση των κοινωνικών συγκρούσεων εκτοπίζεται προς χάριν του πολιτισμού της παγκοσμιοποίησης και της συναίνεσης, της ομοιογένειας στην παρουσίαση και στην υιοθέτηση του μοντέλου των πωλήσεων», γράφει η ανοιχτή επιστολή διαμαρτυρίας που συνυπογράφουν ηθοποιοί, σκηνοθέτες και άνθρωποι της διανόησης. (Εμείς στην Ελλάδα θα το λέγαμε εμπορευματοποίηση του πολιτισμού και θα ξεμπερδεύαμε.)
Σε μιαν άλλη επιστολή του γειτονικού Berliner Ensemble γίνεται έκκληση από τον διευθυντή στον δήμαρχο του Βερολίνου να αποζημιώσει οικονομικά τον Ντέρκον και να τον στείλει σπίτι του προτού καν αναλάβει το πόστο. Πράσινοι και Αριστεροί λένε ότι θα κάνουν το ζήτημα κεντρικό στην ατζέντα τους, ενόψει εκλογών. Ο Ντέρκον είναι ανεπιθύμητος. Και όχι διότι σκηνοθέτησε γυμνούς άνδρες να χορεύουν παραδοσιακούς χορούς, αλλά διότι είναι μη Γερμανός, δεν μπορεί να κατανοήσει την ψυχή του Volksbuhne.
Θα θεωρήσει κανείς ότι μπορεί ο Βέλγος να προκάλεσε με δηλώσεις ή με τη συμπεριφορά του, όπως ο Φαμπρ που άνοιξε έστω και εκ των υστέρων έναν μικρό πόλεμο με τους Ελληνες καλλιτέχνες. Το αντίθετο. Σε πρόσφατη συνέντευξή του στην «Καθημερινή», ως επικεφαλής της Tate στη Νότια Οχθη, δήλωνε ότι στην πόλη-καρδιά του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, όπου όλα περνούν σταδιακά στην ιδιωτική πρωτοβουλία, η Πινακοθήκη και τα παραρτήματά της παραμένουν δημόσιοι φορείς και αυτό χαρακτηρίζει το στίγμα τους. «Τα μουσεία του μέλλοντος –κατά τη γνώμη μου– θα είναι σημεία συνάντησης των ανθρώπων, θα έχουν περισσότερο κοινωνικό χαρακτήρα, θα είναι ενεργό τμήμα της δημόσιας σφαίρας και όχι απλώς μια πλατφόρμα παρουσίασης της τέχνης», έλεγε. Επρεπε να το σκεφθεί προτού κάνει το προσωπικό του Brexit...