Σάββατο, 5 Μαρτίου 2016

Η «λαϊκή αγορά» της ενημέρωσης



Τον τρόπο με τον οποίο γινόταν κάποτε (ως σχετικά πρόσφατα, τα τέλη του 2-ου αιώνα) δημοσιογράφος αποκαλύπτει σε άρθρο το στην «Καθημερινή» της Κυριακής 28/2 ο Στάμος Ζούλας. Και τα συσχετίζει με την σημερινή εποχή, των πολλών ιδιωτικών Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης καθώς και του διαδικτύου. 

* * *
Όταν έμπαινα στο επάγγελμα, κανείς μας δεν φανταζόταν πως η δημοσιογραφία θα καταντούσε περίπου συνώνυμη της απάτης και του εκβιασμού. Σήμερα, αποβράσματα του υποκόσμου αποκαλούνται δημοσιογράφοι. Υπήρχαν και παλιά πειρασμοί και κρούσματα ανομίας. Όμως, οι περιπτώσεις αυτές ήταν δαχτυλοδεικτούμενες και αποβλητέες. Τότε δεν λειτουργούσαν ανώτατες σχολές δημοσιογραφίας. Υπήρχαν, όμως, εφημερίδες-σχολές, όπως η «Καθημερινή», το «Βήμα», η «Ελευθερία», αλλά και ο «Ριζοσπάστης», όσον αφορά, τουλάχιστον, την εντιμότητα και το ήθος. Ο Σπύρος Τσίρος, που χάσαμε πρόσφατα, είχε αρχίσει να δουλεύει σε μια εφημερίδα χωρίς να πληρώνεται. Οταν ζήτησε τον μισθό του, ο ιδιοκτήτης του απάντησε: « Εγώ σας δίνω τη δημοσιογραφική ταυτότητα για να βγάζετε και όχι να μου ζητάτε λεφτά». Η εφημερίδα έκλεισε έπειτα από λίγο, γιατί δεν βρήκε ούτε «Τσίρους», ούτε αφελείς αναγνώστες Θυμάμαι, στις αρχές της δεκαετίας του ’60, όταν πρωτοκάθισα, ως δόκιμος, στη μεγάλη αίθουσα σύνταξης της «Καθημερινής», στην οδό Σωκράτους. Τηλεφωνώντας σε κάποιον, τόλμησα να πω τις λέξεις; «Ζούλας, δημοσιογράφος». Μονομιάς, η αίθουσα ξεσηκώθηκε, σαν να περίμενε την αποκοτιά μου. «Ε, όχι και δημοσιογράφος, ρε στραβάδι». Η ιδιότητα ήταν βαριά. Για να την «οικειοποιηθώ» πέρασαν χρόνια. Βγαίναμε στο ρεπορτάζ, ως βοηθοί του εντεταλμένου, σε κάθε τομέα, δημοσιογράφου. Αυτός μας συμβούλευε, μας καθοδηγούσε και μας έλεγχε.
Δεν θα ξεχάσω τη χαρά μου, όταν ο Σπύρος Δρόσος, που με είχε «χρεωθεί», ως μαθητευόμενο, έκρινε πως μπορούσε να στείλει, «προς δημοσίευσιν», το πρώτο μου χειρόγραφο. Προηγουμένως, είχαμε «μαθητεύσει» στη δημοσιογραφική «λάντζα». Αντιγράφαμε το δελτίο καιρού που μας έστελνε η Μετεωρολογική, τον κατάλογο των διανυκτερευόντων φαρμακείων, ή γράφαμε τις ειδήσεις, που μας υπαγόρευαν, τηλεφωνικά, οι μεγαλύτεροι. Ακόμα και τα κείμενα αυτά ελέγχονταν ορθογραφικά και συντακτικά, πριν σταλούν για δημοσίευση. Για να δω το όνομά μου, κάτω από ένα δημοσιευμένο κείμενο, πρέπει να πέρασαν και πέντε χρόνια. (Η γυναίκα μου έχει φυλάξει μερικά απ’ αυτά, τσαλακωμένα και κιτρινισμένα, σαν οικογενειακά μας «κειμήλια»). Μπορεί να περιαυτολογώ, αλλά δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να σας δώσω ένα μέτρο σύγκρισης με τη σημερινή κατάσταση.
Αντί των λιγοστών εφημερίδων και του κρατικού ραδιοφώνου, στην εποχή που ξεκίνησα, σήμερα υπάρχουν χιλιάδες μέσα μαζικής ενημέρωσης. Στον Τύπο, στην Τηλεόραση, στο Ραδιόφωνο και στο Διαδίκτυο. Ούτε η μαθητεία των δημοσιογράφων είναι εφικτή, ούτε ο έλεγχος της παρεχόμενης πληροφόρησης. Ο πολίτης είναι σαν να μπαίνει σε μια τεράστια λαϊκή αγορά, όπου τα περισσότερα εμπορεύματα είναι σάπια, νοθευμένα ή ακόμη και δηλητηριώδη. Με συστατικά τη συκοφαντία και τον διασυρμό, που αποτελούν τη γόμωση του εκβιασμού. Φίλες και φίλοι, δεν παραλλήλισα τυχαία την ενημέρωση, με λαϊκή αγορά. Όταν το ήθος και η ευθύνη των «εμπόρων» δεν μπορούν να ελεγχθούν, όταν τα «εμπορεύματα» προσφέρονται εν αφθονία, αλλά η ποιότητα και η γνησιότητά τους σπανίζουν, τότε η ευθύνη περιέρχεται στον «πελάτη».
Είναι υποχρεωμένος να ψάχνει ασταμάτητα, να ελέγχει εξονυχιστικά και να διαλέγει με φειδώ τα «αγαθά» που του προσφέρονται. Προπαντός, δε, να μην επιλέγει και διανέμει «προϊόντα» που βρίσκει στο Διαδίκτυο.
Διότι εκεί, χωρίς επίσημες σφραγίδες και υπεύθυνες υπογραφές, ακμάζει το μεγάλο εμπόριο της απάτης και του εκπεσμού της ενημέρωσης.